Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Από την Εύη Πλατίτσα

Γεννιέμαι σκοτεινά ,τρομακτικά ,μακριά
Percy Bysshe Shelley, Άδωνις



Το διάφανο δέρμα

  Ξύπνησε στη συνηθισμένη ώρα και κάθισε στη συνηθισμένη του θέση , ελαφρώς λοξά πίσω από το παράθυρο ,στηρίζοντας τον αγκώνα του στο χερούλι της καρέκλας. Έστρεψε το πρόσωπο στο παράθυρο , όπως τα λουλούδια στο βάζο στην άκρη του γραφείου του έγερναν προς το φως, αναζητώντας ενστικτωδώς την πηγή που τους εξασφάλιζε μια ζωή θησαυρισμένη στις κόγχες της αδράνειας, χωρίς να χρειάζονται τις λέξεις που υποδιαιρούν τη νόηση σε χαρτογραφημένες εικασίες. Αισθάνθηκε το φως στο δεξί του αγκώνα σα μια δύναμη της οποίας τα θεμέλια βρίσκονταν στη θέρμη μιας απουσίας που πλησίαζε μετέωρη. Του άρεσε αυτή η αγνώστου προελεύσεως  ζεστασιά που θα μπορούσε να προέρχεται από παντού εκτός από τον ήλιο. Συνειδητοποίησε για πρώτη φορά το κατεξοχήν γνώρισμα της προσωπικότητάς του: την επικλινή φωταψία μιας ανεπαρκούς ζωτικότητας .
  Έβλεπε το φως με απλωμένα , μακριά δάχτυλα να εισβάλλει στο δωμάτιο σαν τυφλός άνεμος που θέλει να εξερευνήσει λαίμαργα με το άγγιγμα ό,τι δε μπορεί να δει. Παρατηρούσε τις λευκές ράβδους να επιμηκύνονται και να τέμνουν τις τετράγωνες γυάλινες επιφάνειες του παραθύρου δημιουργώντας φωτεινές παύσεις και ισχυρές αντιθέσεις, καθώς αποκάλυπταν τις οπτικές διαστάσεις μιας πραγματικότητας έρημης και απρόθυμης να εκτεθεί αποφασιστικά και απλόχερα στην ανθρώπινη περιέργεια μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τέσσερις τοίχοι αφηγούνταν ένα μονόπρακτο δωματίου , όπου οι σκιές αναδύονταν μέσα από το σκοτάδι ως υπάρξεις προσωρινές , θνησιγενείς , έτοιμες να σβήσουν με την πρώτη μετατόπιση των πρωινών αχτίδων και περιμένοντας την επόμενη νεκρανάστασή τους  με εγκαρτέρηση που θα ζήλευε και ο πιο σκληραγωγημένος ασκητής. Ένα θέατρο σκιών στηνόταν ολόγυρα στο δωμάτιο: στον τοίχο, στις γωνίες, πίσω από το βάζο, στο πάτωμα .Παντού υπήρχαν αχρονικές μαυρόασπρες υπάρξεις, αλλόκοτες , παραμορφωμένες και διφορούμενες .
  Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο δωμάτιο και σκέφτηκε ότι όλα ήταν ένα κομμάτι μιας νεκρής φύσης ,όχι όπως τη γνώριζε από τους πίνακες ζωγραφικής ,αλλά όπως την αισθάνθηκε πίσω από το παράθυρο με τη δύναμη ενός μυστικού που συμβαίνει , ζώντας μια δεύτερη ζωή, αυτή που επιθυμούν να ζήσουν ακόμα και οι δευτερογενείς υπάρξεις, και φυσικά και οι σκιές , τη μακαριότητα δηλαδή της ακινησίας. Τα αντικείμενα γίνονταν τόσο σκιερά και εχθρικά μέσα στην οργιαστική ακινησία τους που φαίνονταν έτοιμα να αναβιώσουν τον τρόμο από την ονειρική καταδίωξη της περασμένης νύχτας .Εξορισμένα από το φως έριχναν τις σκιές τους σιωπηλά και υπερήφανα πάνω στη μοναδική επιφάνεια στο δωμάτιο που μπορούσε να εξακοντίζει την ακτινοβολία, στο διάφανο δέρμα του.
   Παρατηρούσε τις φλέβες του , πρασινογάλαζες, λεπτές ,σε όλες τις διακλαδώσεις τους κι ένιωσε τo δέρμα να επιπλέει στο αίμα του σα λευκό νούφαρο  πάνω στα στάσιμα νερά μιας λίμνης. Αναρωτήθηκε  πώς μπορούσε  αυτή η αδιατάρακτη  και γαλήνια ροή  μιας ζωτικής πορφύρας  να τροφοδοτεί τη ζωή υποδόρια. Αναζήτησε τον παλμό του ψηλαφώντας ανάγλυφα τις φλέβες του και  ένιωσε την ακαμψία μιας ανακλαστικής επιφάνειας την οποία ο κόσμος και οι ιερωμένοι συνηθίζουν να αποκαλούν ,συχνά υποτιμητικά, σάρκα. Ήταν η επιφάνεια που αντανακλούσε το θνητό παλμό μιας χιμαιρικής ευτυχίας που διαστέλλεται και συστέλλεται με την υπερήφανη μοναξιά του αυτοσεβασμού. Εκείνος ο κρυσταλλωμένος χώρος ανάμεσα στη σάρκα και την παλιά του πληγή υπήρξε  πάντοτε η γενέτειρά του. Και κάτω από το λευκό του υμένα κυλούσε μία άλλη ζωή έτοιμη να διαρραγεί από την επιτάχυνση του παλμού. Ένιωσε βαθιά συμπόνια για τον εαυτό του βλέποντας το δέρμα του ανυπεράσπιστο και άρχισε να  βυθίζεται εντός του.
   Έκλεισε τα μάτια για να ανασάνει ανεμπόδιστα και είδε πάλι τις σκιές να τρεμοπαίζουν τριγύρω. Χιλιάδες μεταμελημένες σκιές αποζητούσαν την παλινόρθωσή τους γλείφοντας τις πληγές κάτω από το διάφανο δέρμα του .Είχαν μια οικειότητα μαζί του , γιατί παλιότερα τις προσκαλούσε ο ίδιος σχεδόν ιεροτελεστικά και φιλάνθρωπα, όπως οι αρχαίοι προσκαλούσαν τους αγαπημένους τους στα νεκρομαντεία με επικλήσεις και χοές υποβάλλοντας προηγουμένως τον εαυτό τους σε σκληρή απομόνωση. Η απομόνωση τον είχε κάνει γενναιόδωρο και φιλόξενο. Το δωμάτιο είχε μεταμορφωθεί σε ένα μέγαρο επαρκές να στεγάσει όλα όσα είχε αποχωριστεί και του πρόσφερε απλόχερα η μνήμη .
  Θυμήθηκε το παιχνίδι με τις σκιές που έπαιζε ως έφηβος και στρέφοντας την πλάτη στο διερχόμενο από το παράθυρο φως σήκωσε ψηλά τα χέρια του κάνοντας χειρονομίες σε σχήμα πεταλούδας, περιστεριού , λύκου αλλά το είδωλο της σκιάς του άφαντο . Αισθάνθηκε το αίμα του να κυλάει γοργά και το δέρμα του  να πάλλεται ανισόπεδα από τον τρόμο. Σηκώθηκε όρθιος , περπάτησε πάνω κάτω τρεις φορές. Πήρε διάφορες στάσεις απέναντι στο φως ψάχνοντας το είδωλο της δικής του σκιάς. Μάταια. Κάθισε πάλι πίσω από το παράθυρο συντετριμμένος από τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Είχε χάσει τον παλιότερο συνοδοιπόρο του και πιο αφοσιωμένο σύντροφο. Ήταν μόνος με τις σκιές των άλλων. Η σκιά του είχε πια αυτονομηθεί . Ενανθρωπισμένη είχε διαμορφώσει, πιθανόν, την καινούρια της ζωή, την ώρα που εκείνος φαντασιωνόταν  την αιωνιότητα σε τέσσερις τοίχους νωχελικά.
  Το αίμα του κυλούσε γοργά τώρα και το δέρμα του ήταν έτοιμο να γδαρθεί και να δαρθεί ανοχύρωτο, μία μουγγή επιφάνεια που ετοιμαζόταν να ψελλίσει τις πρώτες της λέξεις. Είδε το διάφανο υμένα των χεριών του  να απελευθερώνει βίαια ,με δυο κινήσεις ανάμεσα στους καρπούς, ένα γεωμετρικό κόσμο από ποικιλόμορφους κόκκινους κρυστάλλους που λαθροβιούσαν στη σαβανωμένη νηνεμία των περασμένων χρόνων. Κι αποκαλυπτόταν η ομορφιά με μικρές ομόκεντρες κόκκινες  κηλίδες γύρω από μία τρύπα στη διάμετρο μιας πληγής μαχαιριού και ανέβλυζε το αίμα σα ζεστή νερομπογιά που ζωγράφιζε τη λευκή επιφάνεια των χεριών του και των ποδιών του αυτοσχεδιαστικά προς όλες τις κατευθύνσεις.
  Έστρεψε το βλέμμα του για τελευταία φορά προς το παράθυρο. Αντίκριζε τώρα ένα πολύχρωμο γυάλινο θόλο από όπου το φως διερχόταν  με ένα φονικό χαμόγελο ανακλώντας πάνω στο ξέφωτο μιας ιλιγγιώδους ελευθερίας, στο διάφανο δέρμα.





1 σχόλιο: